Καταθέτω την σκέψη μου όχι ως φανταστική αλλά ως γέννημα της φαντασίας.
Το «μοντάζ» των αναπαραστάσεων μου αιωρείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Στόχος δεν είναι η απεικόνιση του ονείρου αλλά η διάλυσή του. Επιδιώκεται ένα είδος αφύπνισης και διατάραξης της τάξης και της λογικής.
Ομάδες ανθρώπων, αρχαίοι Χοροί, στάσεις σωμάτων, «σιωπηλές διαμαρτυρίες», «ιπτάμενα» αντικείμενα, σχεδιαστικές διατυπώσεις εσωτερικών, λησμονημένοι χώροι, εν τέλει μορφές που αιωρούνται στη σφαίρα του συνειδητού-ασυνείδητου, παγώνουν τον χρόνο και αποδομούν το σημείο αφηγηματικής εκκίνησης.
Οι εικόνες μου είναι αποτέλεσμα φωτομεταφορικών εφαρμογών. Αξιοποιώ είτε τις βαθυτυπικές ιδιότητες της μήτρας είτε τις υψιτυπικές, είτε μεικτές τεχνικές, για να καταλήξω σε ένα έργο, το οποίο δεν έχει αναπαραγωγικές διαθέσεις κάθε φορά, αλλά μάλλον μονοτυπικές, τύπου ενσταντανέ.
Κυρίως όμως με απασχόλησαν τα όρια της μήτρας και του φωτομεταφορικού φιλμ, ως διακριτά όρια τα οποία εγγράφουν και επανεγγράφουν την εικόνα και το «αναπαριστώμενο» σε ένα ρευστό χωρο-χρονικό πλαίσιο, όπου έννοιες του ανοίκειου, απορίας και του μαύρου χιούμορ στοιχειοθετούνται στα πλαίσια μιας αποσπασματικής λήψης ή μιας μάταιης σκηνοθετικής πράξης. Τα αναπαριστώμενα αντικείμενα βρίσκονται έξω από την συνήθη τους χρήση ή τη λειτουργία τους, διεκδικώντας την σύμπλευση του ακατάληπτου και του αδιανόητου με την αντικειμενική πραγματικότητα.
Υιοθετώ όπως και οι σουρεαλιστές το σύστημα Χέγκελ, ότι μέσα σε κάθε τι κρύβεται κάτι διαφορετικό ως άρνηση ή αντίθεσή του, η εξέλιξη βρίσκεται στο επόμενο στάδιο σύνθεσης και ο κάθε επιμέρους καθορισμός μιας έννοιας έχει την δική του αλήθεια-θέση. Δεν αναπαριστώ κατά γράμμα τις εικόνες που βλέπω, αλλά ξεφεύγω από το επισφαλές πεδίο της καθημερινής πραγματικότητας, για να οδηγηθώ σε αυτό το πεδίο της ανορθολογικής πραγματικότητας , όπως αυτό που γοήτευσε τον Ερνστ, τον Μαγκρίτ και τον Ένσορ.
Η δουλειά μου ακολουθεί τις συμβάσεις αναπροσανατολισμού, έκπληξης και αντίφασης των σουρεαλιστών.
De-personalization
I present my thought not as imaginary but as a product of imagination.
The “montage” of my representations hovers between dream and reality. The goal is not to depict the dream but to dissolve it. A kind of awakening and disruption of order and logic is sought.
Groups of people, ancient dances, body postures, “silent protests”, “flying” objects, design formulations of interiors, forgotten spaces, ultimately forms that hover in the sphere of the conscious-unconscious, freeze time and deconstruct the narrative starting point.
My images are the result of photo-metaphorical applications. I utilize either the intaglio properties of the matrix or the relief or mixed techniques, to arrive at a work that does not have a reproductive disposition each time, but rather a monotypic, snapshot-like one.
However, I was mainly concerned with the limits of the matrix and the phototransfer film, as distinct limits that inscribe and re-inscribe the image and the “represented” in a fluid spatio-temporal framework, where concepts of the unfamiliar, wonder and black humor are established within the framework of a fragmentary shooting or a futile directorial act. The represented objects are outside their usual use or function, claiming the convergence of the incomprehensible and the unimaginable with objective reality.
I adopt, like the surrealists, the Hegelian system, that within everything there is something different hidden as its negation or opposition, that evolution is in the next stage of synthesis and that each individual definition of a concept has its own truth-position. I do not represent literally the images I see, but I escape from the precarious field of everyday reality, to be led to this field of irrational reality, like that which fascinated Ernst, Magritte and Ensor.
My work follows the surrealist conventions of reorientation, surprise and contradiction.








